Advertisement

Πήγε να του ζητήσει χρωστούμενα και τη βίασε- Απείλησε ότι θα τη σκοτώσει

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση άνδρα που είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο για βιασμό, στέρηση της ελευθερίας προσώπου με σκοπό τη σεξουαλική κακοποίηση, κοινή επίθεση και δύο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και τις ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί.

Η υπόθεση αφορά περιστατικό που σημειώθηκε στις 2 Απριλίου 2022, με θύμα γυναίκα από το Καμερούν, η οποία γνώριζε τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη επισκέφθηκε το διαμέρισμά του για να του ζητήσει χρήματα που της όφειλε από προηγούμενη αγορά κοσμημάτων, αλλά και για να παρουσιάσει κοσμήματα προς πώληση σε φίλους του, τους οποίους της είχε αναφέρει ότι θα βρίσκονταν εκεί. Αντί αυτού, ο κατηγορούμενος φέρεται να την κλείδωσε στο διαμέρισμα και να τη βίασε παρά τη θέλησή της. Η σεξουαλική επίθεση, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, σταμάτησε όταν υπέστη κρίση άσθματος και ζήτησε επίμονα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο.

Η γυναίκα κατέθεσε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος τη συνόδευσε στο νοσοκομείο με ταξί, επιμένοντας να βρίσκεται μαζί της, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής αλλά και προηγουμένως στο διαμέρισμα την απειλούσε ότι θα τη σκότωνε ή θα της έκανε κακό εάν αποκάλυπτε όσα είχαν συμβεί. Η υπόθεση έφτασε στην Αστυνομία όχι ύστερα από καταγγελία της ίδιας, αλλά επειδή φίλος της, με τον οποίο βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία την ώρα του περιστατικού, αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε και ενημέρωσε τις Αρχές, οι οποίες την εντόπισαν στο νοσοκομείο.

Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή μεταξύ τους. Υποστήριξε ότι η γυναίκα επινόησε τις κατηγορίες επειδή είχε μεταβεί στο σπίτι του για συναινετική σεξουαλική συνεύρεση έναντι αμοιβής, την οποία τελικά δεν μπορούσε να της καταβάλει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά, όταν η παραπονούμενη είδε την παρουσία αστυνομικών στο νοσοκομείο και πανικοβλήθηκε.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης, επισημαίνοντας ότι επιβεβαιωνόταν από τα μηνύματα που αντάλλασσε με τον κατηγορούμενο. Από αυτά προέκυπτε ότι εκείνος επέμενε να συναντηθούν, της ζητούσε επανειλημμένα να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί του προσφέροντάς της χρήματα, ενώ παράλληλα της όφειλε χρήματα από αγορά κοσμημάτων. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης δικαιολογημένη την απόφασή της να μεταβεί στο σπίτι του, καθώς επιδίωκε να εισπράξει το ποσό που της χρωστούσε.

Κατά την εξέταση της υπόθεσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι οι εργαστηριακές εξετάσεις δεν εντόπισαν σπερματικά κύτταρα, γενετικό υλικό ή τραυματισμούς στο σώμα της παραπονούμενης. Ωστόσο, επισήμανε ότι αποτελούσε παραδεκτό γεγονός πως η απουσία τέτοιων ευρημάτων δεν αποκλείει τη διάπραξη βιασμού. Η ιατροδικαστική μαρτυρία ανέφερε ότι η μη ύπαρξη κακώσεων ή γενετικού υλικού δεν μπορεί ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να αποκλείσει περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, ιδιαίτερα όταν η επαφή ήταν σύντομη ή η εξέταση πραγματοποιήθηκε αρκετές ώρες αργότερα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο αξιολόγησε ορθά το σύνολο της μαρτυρίας, αιτιολόγησε επαρκώς γιατί αποδέχθηκε ως αξιόπιστη την παραπονούμενη και γιατί απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Τόνισε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή στα πραγματικά ευρήματα και κατέληξε ότι όλες οι καταδίκες είχαν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και τις ποινές που είχαν επιβληθεί.

Πηγή: Sigmalive

Follow by Email
WhatsApp