Καθησυχαστικά αλλά και με σαφή προειδοποίηση ότι δεν υπάρχει περιθώριο χαλάρωσης των μέτρων εμφανίστηκε ο επικεφαλής της Επιστημονικής Ομάδας για τον αφθώδη πυρετό, Σταύρος Μαλάς, μιλώντας στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι», υπογραμμίζοντας ότι η εικόνα που καταγράφεται σήμερα είναι θετική, ωστόσο παραμένει πρόωρο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για την πορεία της επιζωοτίας.
Ο κ. Μαλάς ανέφερε ότι, σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, προχωρούν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης της νόσου, συμπεριλαμβανομένης της θανάτωσης και ταφής των ζώων στις επηρεαζόμενες μονάδες, με τη συνδρομή και της Αστυνομίας. Όπως είπε, από τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του προκύπτει ότι υπάρχει συμμόρφωση των εμπλεκομένων με τις οδηγίες των αρχών.
Τόνισε ότι, παρά τις αντιδράσεις που καταγράφονται σε ορισμένες περιοχές, οι κρατικές υπηρεσίες βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία με τις τοπικές κοινότητες ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των μέτρων. «Κατανοούμε ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη και τραγική κατάσταση για τους κτηνοτρόφους, ωστόσο οι θανατώσεις δεν μπορούν να σταματήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται ούτε από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο ούτε από τα επιδημιολογικά δεδομένα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο βασικός στόχος των αρχών παραμένει η διακοπή της αλυσίδας μετάδοσης του ιού. Όπως εξήγησε, μέχρι στιγμής δεν έχουν εντοπιστεί νέα κρούσματα στις περιοχές όπου πραγματοποιείται εντατική επιδημιολογική επιτήρηση, γεγονός που επιτρέπει συγκρατημένη αισιοδοξία.
Ο κ. Μαλάς αναφέρθηκε ειδικότερα στις δύο περιοχές που εξακολουθούν να προβληματίζουν τις αρχές, τη Δυτική Λευκωσία και την Πάχνα. Για τις υπόλοιπες εστίες, είπε, οι επιστήμονες έχουν καταφέρει να εντοπίσουν την πηγή εισόδου του ιού. Εξήγησε ότι σε ορισμένες περιοχές, όπου οι κτηνοτροφικές μονάδες βρίσκονται σε πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους, η μετάδοση ήταν σχεδόν αναμενόμενη μετά την εισαγωγή του ιού σε μία μονάδα, ιδιαίτερα σε περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη εφαρμοστεί ο εμβολιασμός.
Απαντώντας σε ερώτηση για το τι θα μπορούσε να ανατρέψει τη σημερινή θετική εικόνα, ήταν κατηγορηματικός ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από τη μη τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας. Όπως εξήγησε, οι μονάδες στις οποίες παραμένουν μολυσμένα ή ύποπτα ζώα αποτελούν δυνητικές εστίες μετάδοσης, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνες θεωρούνται οι μετακινήσεις ανθρώπων, οχημάτων και εξοπλισμού, μέσω των οποίων μπορεί να μεταφερθεί ο ιός από περιοχή σε περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό παραδέχθηκε ότι οι απομακρυσμένες εστίες που εμφανίστηκαν κατά το προηγούμενο διάστημα δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς την εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας, σημειώνοντας ότι στις δύο προβληματικές περιοχές δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παραβιάσεων των πρωτοκόλλων.
Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα της κυπριακής κτηνοτροφίας, ο επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας ξεκαθάρισε ότι οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελέσουν απλώς οικονομική ενίσχυση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Όπως εξήγησε, στόχος είναι αφενός η κάλυψη της απώλειας εισοδήματος και αφετέρου η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου για όσους επιθυμούν να επαναδραστηριοποιηθούν επαγγελματικά. Τα κονδύλια που θα διατεθούν για την αγορά νέων ζώων, ανέφερε, θα συνδέονται με τη διαδικασία επανεκκίνησης των μονάδων.
Παράλληλα εμφανίστηκε βέβαιος ότι η Κύπρος δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα στην ανασυγκρότηση της κτηνοτροφίας της. Όπως είπε, το πραγματικό ζήτημα είναι να τερματιστεί η μετάδοση του ιού, καθώς χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανασυγκρότηση ούτε οποιαδήποτε ουσιαστική μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα κατεχόμενα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η μη εφαρμογή μαζικών θανατώσεων καθιστά αδύνατη την εξάλειψη του ιού. Όπως εξήγησε, όταν εντοπίστηκε η νόσος στις κατεχόμενες περιοχές εφαρμόστηκε, με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πρόγραμμα κατασταλτικού εμβολιασμού, το οποίο περιόρισε την εξάπλωση της νόσου.
Ο ίδιος επέμεινε ότι ο ιός δεν μεταφέρθηκε στις ελεύθερες περιοχές αερογενώς από τα κατεχόμενα, αλλά μέσω διακίνησης ζώων. Μάλιστα αποκάλυψε ότι οι σχετικές μετακινήσεις αφορούσαν «χιλιάδες ζώα», παραδοχή που, όπως σημείωσε, αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα το οποίο παρέμενε γνωστό αλλά χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση.
Ο κ. Μαλάς περιέγραψε ένα στρεβλό παραγωγικό μοντέλο που, όπως είπε, αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η προσπάθεια κάλυψης των αυξημένων αναγκών της γαλακτοπαραγωγής και ιδιαίτερα των εξαγωγών χαλουμιού οδήγησε στην υποβάθμιση άλλων κρίσιμων πτυχών της κτηνοτροφίας, όπως η παραγωγή κρέατος και η ανάπτυξη κατάλληλων υποδομών πάχυνσης ζώων.
Κατά τον ίδιο, η έλλειψη τέτοιων υποδομών και το οικονομικό κίνητρο που δημιουργούσαν οι χαμηλότερες τιμές οδήγησαν επί σειρά ετών σε παράνομες διακινήσεις ζώων μέσω της Πράσινης Γραμμής. Όπως ανέφερε, οι παθογένειες αυτές ήταν γνωστές σε αρκετούς εδώ και χρόνια, όμως δεν αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα.
Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρχε ανοχή από το κράτος, απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση, λέγοντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπήρξε ανοχή ή όχι. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι το πρόβλημα θα έπρεπε να είχε εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί εδώ και πολλά χρόνια.
Αναφερόμενος στις κυρώσεις, αποκάλυψε ότι το διοικητικό πρόστιμο για παράνομη διακίνηση ζώων ανερχόταν μέχρι σήμερα περίπου στις 3.400 ευρώ, ποσό που χαρακτήρισε ανεπαρκές για αποτρεπτικούς σκοπούς. Όπως είπε, προωθείται αύξηση του διοικητικού προστίμου στις 100.000 ευρώ, ενώ σε περίπτωση δικαστικής καταδίκης οι ποινές θα μπορούν να φθάνουν μέχρι και τις 250.000 ευρώ.
«Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η παράνομη δραστηριότητα», τόνισε, προειδοποιώντας ότι τέτοιες πρακτικές θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρη την κτηνοτροφία, τη βιομηχανία χαλουμιού, την αγορά κρέατος, τις εξαγωγές και χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Ο κ. Μαλάς υποστήριξε επίσης ότι η κρίση του αφθώδους πυρετού πρέπει να αποτελέσει αφετηρία για βαθιές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της κυπριακής κτηνοτροφίας. Μεταξύ άλλων, εισηγείται τη βελτίωση της παραγωγικότητας των ζώων, τη μείωση του υπερβολικού συνωστισμού στις μονάδες, την υιοθέτηση νέων προτύπων χωροταξικού σχεδιασμού και τη δημιουργία ολοκληρωμένου ηλεκτρονικού φακέλου για κάθε μονάδα, ώστε οι αρμόδιες υπηρεσίες να έχουν σε πραγματικό χρόνο εικόνα για τον αριθμό των ζώων, τις γεννήσεις, τους θανάτους και τη συνολική παραγωγική δραστηριότητα.
Όπως ανέφερε, η επιστημονική ομάδα επεξεργάζεται ήδη ολοκληρωμένες εισηγήσεις που θα υποβληθούν στην κυβέρνηση, με στόχο τον μετασχηματισμό του τομέα σε βάθος χρόνου. Η διαδικασία αυτή, εκτίμησε, θα απαιτήσει τουλάχιστον πέντε έως δέκα χρόνια προκειμένου η κυπριακή κτηνοτροφία να φθάσει σε υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας, ποιότητας, ευζωίας των ζώων και βιωσιμότητας.
Κλείνοντας, ο κ. Μαλάς συνέδεσε τις σημερινές προκλήσεις με τη ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγής χαλουμιού τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, από το 2007 μέχρι το 2025 οι εξαγωγές χαλουμιού αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 1.000%, γεγονός που δημιούργησε τεράστιες πιέσεις για γρήγορη επέκταση των μονάδων και αύξηση του ζωικού κεφαλαίου. Κατά την εκτίμησή του, η άναρχη αυτή ανάπτυξη συνέβαλε στη δημιουργία των προβλημάτων που σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει ο κτηνοτροφικός τομέας της χώρας.
















